Ο Πειραιάς μας έχει ανάγκη από ανάπλαση. Το ζήτημα των εγκαταλελειμμένων κτηρίων δεν είναι το μόνο που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Μετά όμως και την ολική ή μερική κατάρρευση ακατοίκητων κτηρίων στην πόλη μας από τον πρόσφατο σεισμό κανείς  δεν μπορεί πια να αμφισβητήσει ότι η αντιμετώπιση αυτού του ζητήματοςπρέπει να αποτελέσει πρώτη προτεραιότητα.

Πρώτα-πρώτα πρέπει να γίνει μια συστηματική απογραφή των εγκαταλελειμμένων κτηρίων. Για να υπάρχει πλήρης εικόνα της κατάστασης, ώστε να προχωρήσουμε στο σχεδιασμό και την υλοποίηση των κατάλληλων πολιτικών. Πρέπει να γνωρίζουμε πόσα είναι αυτά τα κτήρια, πού είναι και, πρωτίστως, για καθένα από αυτά σε τι κατάσταση είναι, ώστε να τα ταξινομήσουμε σε δύο κατηγορίες:

1) Κτήρια ετοιμόρροπα, που δεν επιδέχονται επισκευή και δεν κρίνονται διατηρητέα ως κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, πρέπει να κατεδαφιστούν. Όχι μόνο για τον εξωραϊσμό της εικόνας της πόλης, αλλά γιατί είναι πρωτίστως ζήτημα δημόσιας ασφάλειας. Τι θα μπορούσε να ειπωθεί σήμερα αν θρηνούσαμε θύματα επειδή την ώρα του σεισμού θα τύγχανε να βρίσκονται ακριβώς έξω από τα κτήρια που κατέρρευσαν περίοικοι ή απλοί περαστικοί; Και επιπλέον, ποιες θα ήταν οι συνέπειες για την οικονομία της πόληςαλλά και της Χώρας ολόκληρης, από τις επιπτώσεις στον τουρισμό μας, αν από την πτώση κάποιου κτηρίου έχανε τη ζωή του έναςξένος τουρίστας; Σε όλα αυτά προστίθεται και το ζήτημα της δημόσιας υγείας, αφού σε εγκαταλελειμμένα κτήρια βρίσκουν συχνά καταφύγιο άστεγοι, μετανάστες, χρήστες ουσιών, ή ακόμα και κοινοί εγκληματίες, που ζουν υπό τριτοκοσμικές συνθήκες, χωρίς να πληρούνται ούτε καν οι στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής.

2) Κτήρια που επιδέχονται αναπαλαίωση – επισκευή, όπως άλλωστε και τα οικόπεδα των κατεδαφιστέων κτηρίων, πρέπει να εξεταστεί αν μπορούν να αξιοποιηθούν. Αμέσως μετά την απογραφή των εγκαταλελειμμένων κτηρίων και παράλληλα με την άμεση κατεδάφιση όσων ενέχουν κίνδυνο πτώσης, πρέπει να συνταχθεί από τους αρμόδιους φορείς, με τη συνεργασία όλων των εκπροσώπων των Πειραιωτών -των Βουλευτών του Πειραιά, του Δήμου και της Περιφέρειας- μια εμπεριστατωμένη μελέτη με τις ανάγκες και τις ελλείψεις της πόλης σε υποδομές. Και από τα αποτελέσματα της αρχικής απογραφής και της τελικής μελέτης να κριθεί ποια κτήρια ή οικόπεδα μπορούν και πώς να αξιοποιηθούν, ώστε να αναδείξουν την πόλη μας και να συμβάλουν στην περαιτέρω οικονομική, πολιτιστική και τουριστική τηςανάπτυξη.

Συγχρόνως εναπόκειται στο κεντρικό Κράτος -και εδώ ιδιαίτερα κρίσιμος είναικαι ο δικός μου ρόλος ως Βουλευτή-να αποκτήσει ένα ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο για τη δυνατότητα αξιοποίησης των ακινήτων αυτών. Πρέπει να δοθεί τέλος στη γραφειοκρατία. Τέλος στη δυσανάλογη επιβάρυνση των πολιτών από τη μακροχρόνια δέσμευση ακινήτων χωρίς κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης. Αλλά και γιατί η ίδια η απαλλοτρίωση να είναι πρακτικά μονόδρομος; Γιατί, εφόσον υπάρχει εκατέρωθεν βούληση, να μη θεσμοθετηθούν σύγχρονες μορφές συνεργασίας Κράτους και ιδιωτών – ιδιοκτητών ακινήτων, και μάλιστα με βάση ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια; Ώστε και το ακίνητο να αξιοποιείται, και οι ιδιοκτήτες όχι μόνο να μη χάνουν την κυριότητά τους αλλά να έχουν και οικονομικό όφελος από την αξιοποίηση του ακινήτου τους, και οι διαδικασίες να προχωρούν με την ταχύτητα που θα επιτρέπει ένα τέτοιο πλαίσιο;

Σε ό,τι με αφορά, συναισθάνομαι πλήρως ότι, αν και νεοεκλεγείς, δεν δικαιούμαι κάποια περίοδο χάριτος. Τα προβλήματα της πόλης μας είναι πολλά και δεν μπορούν να περιμένουν. Θα καταθέσω τις ανωτέρω προτάσεις στη Βουλή, με την ελπίδα να συμβάλω ώστε να ανοίξει επιτέλους ο σχετικός διάλογος για την αναζήτηση των βέλτιστων λύσεων, ως μέρος των πρωτοβουλιών μου για να γίνει σύντομα ο Πειραιάς η πόλη που όλοι μας ονειρευόμαστε!

Δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή 21/7/2019